Επιμέλεια παιδιού μετά το διαζύγιο: Νομικές και ψυχολογικές προεκτάσεις

27

Χωρίσατε. Σε λίγο καιρό βγαίνει το διαζύγιο και «ησυχάζετε». Τι γίνεται, όμως, με το παιδί; Με ποιον θα μείνει; Πόσο συχνά θα το βλέπει ο άλλος γονιός; Πώς προκύπτει η διατροφή; Και πώς θα καταφέρετε, με όλες αυτές τις τεράστιες αλλαγές, να προστατεύσετε την ψυχολογία του; Είτε οι σχέσεις με τον πρώην σύζυγό σας είναι ομαλές είτε όχι, όταν υπάρχουν παιδιά το διαζύγιο μπορεί να γίνει μαρτύριο. Ζητήσαμε από την δικηγόρο κ. Ελένη Κόκουβα και την ψυχοθεραπεύτρια-συμβουλευτική ψυχολόγο κ. Χριστίνα Βλαχοπούλου να δώσουν λύσεις και απαντήσεις στις δύσκολες νομικές και ψυχολογικές προεκτάσεις της επιμέλειας των παιδιών μετά το διαζύγιο.

Το νομικό σκέλος της επιμέλειας του παιδιού

Όπως εξηγεί η δικηγόρος κ. Ελένη Κόκουβα, αφού ένα ζευγάρι πάρει διαζύγιο, η επιμέλεια αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της γονικής μέριμνας μαζί με την διοίκηση της περιουσίας του ανηλίκου και την εκπροσώπησή του. Περιλαμβάνει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του ανηλίκου καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του.

Αν το διαζύγιο προκύψει συναινετικά, οι δύο γονείς προσκομίζουν ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ρυθμίζουν την επιμέλεια και την επικοινωνία με τα ανήλικα τέκνα, η οποία ισχύει τουλάχιστον μέχρι το Δικαστήριο του διαζυγίου. Αν, όμως, το διαζύγιο εξελιχθεί κατ’ αντιδικία, δεν απαιτείται συμφωνία των συζύγων για την επιμέλεια, παρά αποφασίζεται κατευθείαν από το Δικαστήριο.

Το Δικαστήριο σε ρόλο ρυθμιστή

Το Δικαστήριο, σε περίπτωση διαζυγίου ή διάστασης, αποφασίζει η άσκηση της γονικής μέριμνας να ανατεθεί στον ένα γονέα ή, αν αυτοί συμφωνούν ορίζοντας συγχρόνως και τον τόπο διαμονής του ανηλίκου, και στους δύο από κοινού (στην πλειοψηφία των περιπτώσεων το παιδί, ειδικά αν είναι μικρό, μένει με τη μητέρα). Μπορεί, επίσης, το δικαστήριο να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας στους δύο γονείς (δηλαδή άλλες πράξεις στον ένα και άλλες στον άλλο) ή να την αναθέσει σε τρίτο, αν οι δύο γονείς αδυνατούν να αναθρέψουν το παιδί. Για τον σχηματισμό της απόφασης λαμβάνει υπ’όψη τους έως τότε δεσμούς του ανηλίκου με τους γονείς και τα αδέρφια του και τυχόν συμφωνίες των γονέων για την επιμέλεια.

Επίσης, σε περίπτωση διαζυγίου, το Δικαστήριο ρυθμίζει τα σχετικά με την επικοινωνία του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια με το ανήλικο. Συνεπώς, το Δικαστήριο αποφασίζει για την επιμέλεια και ορίζει τις ώρες και ημέρες επικοινωνίας του γονέα που δεν έχει την επιμέλεια. Μπορεί με την απόφαση να ορίζει και συγκεκριμένες μέρες διανυκτέρευσης με τον γονέα αυτό, ανάλογα βέβαια και με την ηλικία και τις ανάγκες του ανηλίκου.

Όταν οι συμφωνίες δεν τηρούνται

Οι γονείς, ωστόσο, δεν συμμορφώνονται πάντα στις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Συμβαίνει συχνά, για παράδειγμα, ο γονιός που δεν έχει την επιμέλεια να μην επικοινωνεί με το παιδί ή να μην το βλέπει στους συμφωνημένους χρόνους. Ενώ, αντίστροφα, μπορεί ο γονιός που έχει την επιμέλεια να παρεμβαίνει και να εμποδίζει την σχέση του παιδιού με τον άλλο γονιό. Τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις;

Η κ. Κόκουβα εξηγεί ότι, στην πράξη, αν ο γονέας που δεν έχει την επιμέλεια δεν βλέπει ή δεν επικοινωνεί με το ανήλικο, δεν υπάρχει κάποια συνέπεια και δεν μπορεί να εξαναγκαστεί με κάποιον τρόπο, καθώς πρόκειται για δικαίωμά του και όχι για υποχρέωση.

Αν, από την άλλη, ο γονέας που έχει την επιμέλεια εμποδίζει τον άλλο γονέα να επικοινωνεί με το ανήλικο, παραβιάζοντας την δικαστική απόφαση, τότε εφαρμόζεται το άρθρο 232Α του Ποινικού Κώδικα σύμφωνα με το οποίο «όποιος με πρόθεση δε συμμορφώθηκε σε διάταξη δικαστικής απόφασης, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών». Η όλη διαδικασία, βέβαια, κινείται αν ο γονέας υποβάλει έγκληση κατά του άλλου γονέα στον Εισαγγελέα.
Το ίδιο άρθρο μπορεί να εφαρμοστεί και στην περίπτωση που ο υπόχρεος γονιός για καταβολή διατροφής παραβιάσει την υποχρέωσή του και δεν πληρώνει τη διατροφή που έχει οριστεί για το παιδί.

Επιμέλεια και ψυχολογία παιδιού

Και ενώ τα δικαστήρια αποφασίζουν και οι γονείς προσπαθούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να ρυθμίσουν τα ζητήματα επιμέλειας, το ίδιο το παιδί βρίσκεται στη μέση ενός κυκεώνα, προσπαθώντας να καταλάβει, να συνειδητοποιήσει και να συμβιβαστεί στη νέα τάξη πραγμάτων. Ο μπαμπάς δε μένει πια στο σπίτι και ίσως δεν έρχεται τόσο συχνά. Η μαμά δε μιλά για εκείνον με τα καλύτερα λόγια. Και το παιδί είναι αναγκασμένο να πηγαινοέρχεται από το ένα σπίτι στο άλλο με ένα σακ βουαγιάζ στο χέρι. Πώς μπορούν οι γονείς να προστατεύσουν την ψυχολογία του παιδιού;

Η ψυχολόγος κ. Βλαχοπούλου λέει ότι «ιδανικά, ένα παιδί μεγαλώνει καλύτερα με την αγάπη και την παρουσία και των δυο γονιών. Το κάθε παιδί έχει ανάγκη να νιώσει ότι ανήκει σε μια οικογένεια που του προσφέρει συναισθηματική θαλπωρή και μια ασφαλή βάση ώστε να μπορέσει να εξερευνήσει το περιβάλλον γύρω του και να εξελιχθεί».

Ακόμα και στο διαζύγιο, λέει η ψυχολόγος, η απόλυτη προτεραιότητα είναι η ευημερία και το συμφέρον του παιδιού. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει το παιδί να νιώσει ότι ευθύνεται για την αποχώρηση του ενός γονιού του ή την διάλυση της οικογενείας και αυτό είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξασφαλίσουν οι γονείς κατά το διαζύγιο.
Εμπειρικά, έχει παρατηρήσει η κ. Βλαχοπούλου, ότι «τα περισσότερα παιδιά που μιλούν για τον χωρισμό των γονιών τους, θεωρούν ότι κατά κάποιο τρόπο ήταν δικό τους λάθος (π.χ. δεν ήμουν αρκετά καλό παιδί, όταν γεννήθηκα τα έξοδα αυξήθηκαν κτλ). Η δεύτερη διαβεβαίωση προς το παιδί, λοιπόν, είναι ότι, παρά τις όποιες αλλαγές μπορεί να υπάρξουν το μόνο πράγμα που δεν θα αλλάξει ποτέ είναι η αγάπη και η σχέση ανάμεσα σε αυτό και τον γονιό που αποχωρεί από το σπίτι.»

Σημειώνει, λοιπόν, η ειδικός ότι για όποιον λόγο κι αν ο γάμος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους ναυαγήσει, ένας πατέρας και μια μητέρα πρέπει να παραμείνουν για πάντα δοτικοί και παρόντες σαν γονείς, καθώς η αγάπη προς το παιδί είναι ανεξάρτητη από οτιδήποτε άλλο μπορεί να συμβαίνει στην ζωή ενός ανθρώπου.

«Εξαιρώντας τις περιπτώσεις που ο γονιός μπορεί να αποτελεί κίνδυνο για το ίδιο του το παιδί, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η επαφή και η επικοινωνία με τον γονιό που αποχωρεί πρέπει να ενθαρρύνεται και να τηρείται με συνέπεια», συμβουλεύει η κ. Βλαχοπούλου και συνεχίζει: «Η ποιότητα και η συχνότητα των επαφών είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ψυχική ηρεμία και την φυσιολογική ανάπτυξη του παιδιού. Η ασυνέπεια ή, σε μερικές περιπτώσεις, η εξαφάνιση του ενός γονιού δημιουργεί ανασφάλεια, απογοήτευση και συναισθήματα απόρριψης και θύμου στο παιδί, τα οποία μπορεί να εκφραστούν με διάφορους τρόπους όπως ανυπακοή, κακή επίδοση στο σχολείο, διατροφικές διαταραχές, φοβίες και χαμηλή αυτοεκτίμηση».

Αν παρατηρείτε τέτοια στοιχεία στη συμπεριφορά του παιδιού μετά το διαζύγιο, είναι απαραίτητο να επισκεφθείτε από κοινού ως γονείς κάποιον σύμβουλο ψυχικής υγείας που θα σας κατευθύνει σωστά, ως προς το πώς να χειριστείτε αυτές τις αντιδράσεις. «Οι πρώιμες εμπειρίες και ο δεσμός του παιδιού με τις κεντρικές φιγούρες του πατέρα και της μητέρας επηρεάζουν καθοριστικά τη μετέπειτα ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη και ψυχική υγεία της ζωής του ατόμου», καταλήγει η ψυχολόγος.